Κατηγορίες

Ισορροπούν οι ψύλλοι;

Ισορροπούν οι ψύλλοι;

Γράφει ο Φίλιππος Μανδηλαράς

Λένε πως κάθε φορά που ξαναδιαβάζεις ένα λογοτεχνικό έργο, ξαναβλέπεις μια ταινία ή μια παράσταση, κάθε φορά που ξανασυναντιέσαι μ’ ένα έργο τέχνης, αποκομίζεις κάτι διαφορετικό. Αυτό είναι αποτέλεσμα αφενός της εξέλιξης αυτού που προσλαμβάνει το έργο (θεατή ή αναγνώστη) και των νέων εμπειριών που έχει συσσωρεύσει, κι αφετέρου της εποχής στην οποία «ξαναδιαβάζεται» ένα έργο.

Ξαναδιαβάζοντας τον Ψύλλο του Δημήτρη Σπύρου λοιπόν (ένα μυθιστόρημα που αποτελεί διασκευή του σεναρίου του ομώνυμου κινηματογραφικού έργου που σκηνοθέτησε ο ίδιος το μακρινό 1990 και εξακολουθεί να προβάλλεται σε σχολεία ανά την Ελλάδα, συνεχίζοντας να προκαλεί το ενδιαφέρον νεαρών θεατών) κι ανανεώνοντας την αίσθηση της ικανοποίησης και –γιατί όχι;– ευδαιμονίας που σου προσφέρει ένα καλό λογοτεχνικό έργο, αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό που με κράτησε σήμερα ως αναγνώστη, τι νέο αναδύθηκε από την εμπειρία της ανάγνωσης.

Ήξερα, βέβαια, ότι αυτό δεν ήταν η τελική νίκη του «καλού» ούτε η δικαίωση του ήρωα. Όχι. Θυμόμουν το τέλος (αν και αχνά, οφείλω να ομολογήσω) και απολάμβανα στην πορεία τον τρόπο που οδηγεί την ιστορία προς το τέλος της ο συγγραφέας.

Ούτε σχετιζόταν με την αρτιότητα του λόγου, την καλοκουρδισμένη αφήγηση και πλοκή, τις πειστικές και ενίοτε συγκινητικά φυσιολατρικές περιγραφές του χωριού και της φύσης γύρω του, μια εποχή που η Ελλάδα αστικοποιούνταν και τα χωριά ερήμωναν. Όχι. Ο Δημήτρης Σπύρου είναι έμπειρος αφηγητής, είναι γνώστης του θέματος με το οποίο καταπιάνεται, το έχει αποδείξει και στο θαυμάσιο «Η μουσική που σταμάτησε τον πετροπόλεμο», και δεν περίμενα τίποτα λιγότερο.

Ούτε εντόπισα κάτι καινούριο στις πειστικότατες φιγούρες που πλαισιώνουν τον ήρωα, είτε πρόκειται για τη μάνα, τον πατέρα του και την αγαπημένη του Κρινιώ είτε για το σύστημα εγκόσμιας εξουσίας στο χωριό (δάσκαλος, αγροφύλακας, πρόεδρος), για τον Γαλαξία, τον φιλόσοφο-αναχωρητή του χωριού, ή την Αθηναία δημοσιογράφο Απριλιάνα, η εμφάνιση της οποίας γέρνει τη ζυγαριά προς τη μεριά του ήρωα. Όχι, όχι και όχι.

Υπήρχε κάτι άλλο στην ιστορία του επίμονου Ηλία, εκδότη της χειρόγραφης εφημερίδας «Ο Ψύλλος» στο απομονωμένο χωριό της Ηλείας, κι αυτό το «κάτι άλλο» δεν έχει να κάνει με τον χαρακτήρα του, την αγάπη και την πίστη του στον σκοπό του, το όραμά του για το μέλλον και τις οικονομικές αλλά και κοινωνικές αντιξοότητες που είχε να αντιμετωπίσει, ώστε να στείλει το έντυπό του σε σχολεία σε όλη την Ελλάδα, σπάζοντας νοερά την απομόνωση που βίωνε στο χωριό καθώς ήταν ο μόνος που ενδιαφερόταν να προσφέρει (εφημερίδα, νέα, αλήθεια, παιδική ειλικρίνεια), οπότε λάμβανε κιόλας (γράμματα από συνομήλικούς του αναγνώστες σε όλη την Ελλάδα που επικοινωνούν μαζί του προσφέροντάς του όψεις ενός κόσμου που μόνο να φανταστεί μπορούσε).

Μήπως ήταν η εγγύτητα του έργου με την αισθητική του Φρανσουά Τρυφό στην οποία έχει εντρυφήσει ο Σπύρου, ο ωμός ενίοτε ρεαλισμός του που αναμειγνύεται με τις λυρικές εικόνες της φύσης κι έναν γνήσιο νατουραλισμό, που δημιουργούν μια πρωτόγνωρη ευφορία στον αναγνώστη, εξυψώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου σε γιορτή αισθήσεων, σε καλλιτεχνική εμπειρία εν τέλει;

Ναι σε όλα και όχι ακριβώς, αν και νομίζω πως πλησιάζω…

Αυτό που μου προσέφερε σήμερα ο Ψύλλος ήταν μια ειλικρινή, αδιαπραγμάτευτη και κοφτερή ματιά σε αυτό που ονομάζουμε μάχη του παλιού ενάντια στο νέο, μέσα από την αντιπαράθεση όλων των ενηλίκων του χωριού (πλην της μάνας του ήρωα, του παρία Γαλαξία και του πατέρα του ήρωα, σε δεύτερο χρόνο) με τον Ηλία. Η οποία αντιπαράθεση είναι παρόμοιας φύσης με αυτήν που βίωναν την ίδια εποχή στις πόλεις οι νέοι λόγω του ντυσίματός τους, των συνηθειών τους, της μουσικής που άκουγαν και της πολιτικής τους στάσης.

Κι η οποία αντιπαράθεση –για να μη γελιόμαστε κιόλας– είναι παρόμοιας φύσης με αυτή που βιώνουν οι νέοι σήμερα, όσοι κομίζουν κάτι νέο και ριζοσπαστικό στην κοινωνία τέλος πάντων, είτε αυτό είναι ντύσιμο, πολιτική συμπεριφορά, τραγούδι, χρήση τεχνολογιών ή σεξουαλικός προσανατολισμός. Με μία διαφορά: σήμερα όλα αυτά εμφανίζονται πολύ συχνά εξωραϊσμένα στη λογοτεχνία για εφήβους, αποδίδονται σε κάποια απροσδιόριστη πάλη των γενεών ή, ακόμα καλύτερα, σε μια «διαγενεακή σύγκρουση» που χαρακτηρίζει, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους, τις ιστορικές περιόδους που σημαδεύονται από ευρείς κοινωνικούς μετασχηματισμούς.

Ναι, σύμφωνοι, αλλά επιτρέψτε μου να σας πω ότι αυτό που διέκρινα και εκτίμησα στην αντιπαράθεση όλου του χωριού (και κυρίως της εξουσίας, με πρώτο και δυναμικότερο τον δάσκαλο) με τον Ηλία ήταν η τρομερή ζήλια που έδειχναν απέναντι στον φορέα του νέου όχι τόσο για το περιεχόμενο αυτού που έφερε (αυτό μοιάζει σχεδόν να μην το γνωρίζουν), αλλά για το νεαρό της ηλικίας του!

Αυτός που παύει να είναι παιδί (ο έφηβος, αν θέλετε, ή ο νέος), είναι ακαταλαβίστικος, είναι φορέας ακατανόητων ιδεών και συμπεριφορών, είναι επικίνδυνος, είναι ξένος, δεν είναι σαν κι εμάς, εμάς που ζούσαμε τόσο ωραία και απλά παλιά, που παίζαμε στις γειτονιές και δεν είχαμε ανάγκη τα μπλιμπλίκια για να επικοινωνούμε, δεν είχαμε ανάγκη την επιτήρηση κανενός μεγάλου ούτε μέσων ασφαλείας για να μεγαλώσουμε, για να παίξουμε ξύλο ή μπάλα, να σκαρφαλώσουμε στα δέντρα, να στήσουμε ένα ματς στην αλάνα, να κολυμπήσουμε ως εκεί που πιάνει το μάτι και όλα τα σχετικά. Εμείς που διαβάζαμε βιβλία και ταξιδεύαμε και δεν είχαμε ανάγκη τα κινητά, τα τικ τοκ και την εικόνα, που σκαρφαλώναμε στις μάντρες των θερινών σινεμά για να… και δεν τα είχαμε όλα στο πιάτο όπως… εμείς που… κι όχι σαν σήμερα που… εμείς…. αυτοί… εμείς οι σοφοί… αυτοί οι λιγότερο σοφοί, οι άτυχοι, οι …, οι…, οι… ουφ!

Μη μου πείτε ότι δε σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά… Μη μου πείτε ότι δεν έχετε πιάσει τον εαυτό σας να σκέφτεται έτσι ή έστω να μη συμφωνεί σιωπηρά με κάποιον που εκφράζεται κάπως έτσι.

Να το λοιπόν το εμείς στο «χωριό» (και η τόλμη που χρειάζεται ο Γαλαξίας για να απομακρυνθεί από αυτό, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει η διεκδίκηση της ατομικότητας) και η αναλέητη αντιπαράθεσή του με το εγώ του Ηλία το οποίο, αν δεν υπήρχε η «εξ ουρανού» (και λίγο παράτονη, είναι αλήθεια, όπως θα αντιληφθεί κι ο ίδιος αργότερα) επέμβαση της Αθηναίας (και εξ ορισμού «μοντέρνας») δημοσιογράφου, θα είχε ποδοπατηθεί καλά καλά και ομαλοποιηθεί για χάρη της συλλογικότητας που αντιπροσωπεύεται στους αιώνες των αιώνων από τους ενήλικες!

Εκεί τρυπώνει ο Σπύρου κι αυτό διαταράσσει με το έργο του: την αιώνια ακινησία της κοινωνίας στο σημείο ισορροπίας. Αυτό που ονομάζουμε αλλιώς συντήρηση. Γιατί ξέρει πως σημείο ισορροπίας δεν υπάρχει.

Κι αυτή είναι η διαφοροποίησή του Ψύλλου από την πλειονότητα των λογοτεχνικών έργων για εφήβους: δεν αποζητά το σημείο ισορροπίας, δε συμβιβάζει τα πράγματα στο τέλος. Και πολύ καλά κάνει. Και μακάρι να κάναμε όλοι έτσι. 

ΥΓ. 
Σε όσους αρέσει το κλίμα, η εποχή, οι εντάσεις και οι προεκτάσεις του Ψύλλου και ζητάνε κι άλλο. Εκτός από το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο του Δημήτρη Σπύρου, υπάρχει το θαυμάσιο βιβλίο Η μουσική που σταμάτησε τον πετροπόλεμο του ίδιου, η γοητευτική «Eroica» του Κοσμά Πολίτη και τα κινηματογραφικά «400 χτυπήματα» του Φρανσουά Τρυφό, όπως και «Το δέντρο που πληγώναμε» του Δήμου Αβδελιώδη. Μεταξύ πολλών άλλων. 

 
Φίλιππος Μανδηλαράς 
Ο Φίλιππος Μανδηλαράς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965. Ασχολείται με το παιδικό και εφηβικό βιβλίο από το 1997 ως συγγραφέας, μεταφραστής, επιμελητής και αναγνώστης. Έχει γράψει πολλά βιβλία για μικρά και μεγάλα παιδιά, ένα μυθιστόρημα φαντασίας («Νίκη ή αυτό που φαίνεται κι αυτό που είναι»), μία συλλογή διηγημάτων για νέους («Τα μπανανόψαρα») και τέσσερα μυθιστορήματα για εφήβους. Τα τρία από αυτά («Κάπου ν’ ανήκεις», «Ύαινες», «Ζωή σαν ασανσέρ») αποτελούν την «Τριλογία του δρόμου» (2010-2012), ενώ το τέταρτο («Υπέροχος κόσμος», 2016) αποτελεί μια πολυφωνική λογοτεχνική καταγραφή του σήμερα των εφήβων. Για το «Ζωή σαν ασανσέρ» έχει βραβευτεί με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου και για το «Υπέροχος κόσμος» με το βραβείο του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».
Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 13/06/2024 22:38:09