Κατηγορίες

«Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων» του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη

«Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων» του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη

Συζητούν και γράφουν οι 
Μαρία Τοπάλη, ποιήτρια-κριτικός και η Νίκη Κωνσταντίνου-Σγουρού, δασκάλα 
 

 

Η Νίκη στη Μαρία: 

 

Η συζήτηση που κάναμε στην προηγούμενή μας συνάντηση με αφορμή τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη ήταν απολαυστική και είχε από όλα: συζήτηση για το είδος, τη φαντασία, τη γραφή και τη λιτότητά της, τα ονόματα και τα παρατσούκλια, τις εξωπραγματικές δυνάμεις και τη χρήση τους… Πέρασα πολύ ωραία και διασκέδασα πολύ, όπως διασκέδασα και διαβάζοντας τα βιβλία που πραγματικά με ρούφηξαν. Ήταν μια αληθινή βουτιά σε έναν κόσμο μακρινό και κοντινό μαζί, μια γνωριμία με ήρωες και ηρωίδες που έμειναν στο μυαλό μου – συνομιλήτριες και φίλες. Στο κλείσιμο αυτής της αναγνωστικής διαδρομής, κρατάω μερικές σκέψεις και τις σημειώνω εδώ, αλλά νιώθω πως μόλις άνοιξε για μένα ένα κεφάλαιο με πολλές προεκτάσεις και είμαι έτοιμη να μελετήσω συνολικά τον κόσμο αυτού του συγγραφέα. Δεν τον «πρόλαβα» ως μικρή αναγνώστρια και νιώθω πολύ τυχερή που τον γνωρίζω τώρα σιγά σιγά, σταγόνα σταγόνα, εικόνα εικόνα.

Κι έτσι, το πρώτο σημείο που κρατάω αφορά την ηλικία στην οποία απευθύνονται αυτά τα βιβλία. Το πρώτο, Το Μυστικό Καταφύγιο, μπορεί να διαβαστεί από παιδιά της Γ΄ Δημοτικού. Είναι ένα βιβλίο εισαγωγικό και όμορφο: από εκείνα που σε βάζουν μέσα σε έναν κόσμο. Οι ήρωες είναι ακόμα μικροί, έχουν αγωνίες και άγχη, αλλά έχουν και ανεμελιά και παιδικότητα. Ήδη με το δεύτερο βιβλίο, Όταν ήρθαν για εμένα, υπάρχει μια πολύ μεγάλη κλιμάκωση: φυσικά και μπορεί να διαβαστεί πάλι από μικρότερες αναγνώστριες, αλλά το βιβλίο «στέκεται» εξαιρετικά και σε μία τάξη γυμνασίου. Τα παιδιά-ήρωες και ηρωίδες του βιβλίου μεγαλώνουν, βγαίνουν στον έξω κόσμο, αντιμετωπίζουν τη σκληρότητα της κοινωνίας. Η εισαγωγική ιστορία με το παιδί-Κάλιμπαν σου κόβει την ανάσα ή μάλλον σε ανυψώνει λιγάκι από το έδαφος, όπως την υπέροχη Ζορζέτ Ποτεπιά, καθηγήτρια καλλιτεχνικών και γλωσσών, που όταν αισθάνεται έντονα, αποκολλάται από το πάτωμα και ίπταται μερικά εκατοστά. Η εμφάνιση ενός κόμματος που προάγει ρατσιστικό λόγο και φασιστικές πρακτικές επηρεάζει τη ζωή των αλλόκοτων παιδιών στο σχολείο-καταφύγιο της Μήδειας Κρακατόα, μέσα από το διαδίκτυο και τη διάχυση του μίσους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χωρίς καμία προφανή αναφορά στο πραγματικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, με τρόπο παραμυθένιο, αλλά καθόλου αφελή, ο Παναγιωτάκης μιλάει για την ευθύνη μας να (μη) σώσουμε τον κόσμο, να υπερασπιστούμε ιδανικά και αυτονόητα δικαιώματα, καθώς και την τάση μας να γοητευόμαστε από τον λαϊκισμό και το μίσος. Περιγράφει την άνοδο και την πτώση ενός κόμματος, την επικίνδυνη διατήρηση των ιδεών στην κοινωνία, τον τρόπο με τον οποίο ο δήμιος τελικά θα έρθει και για σένα. Βρήκα τρομερά πετυχημένη αυτή την αφήγηση γιατί δεν έχει ίχνος διδακτισμού (τόσο σπάνιο, μας είναι δικαιολογημένα εύκολο να μιλάμε διδακτικά για αυτό που είναι προφανώς σωστό). Έτσι, το βιβλίο αυτό είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο για εκπαιδευτικούς που θέλουν να μιλήσουν για την ακροδεξιά και τον ρατσισμό, να ανοίξουν αυτή την κουβέντα στις τάξεις τους για να συζητήσουν το (πρόσφατο) παρελθόν μας. Αλλά είναι και ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα συνολικά γιατί, εκτός όλων των άλλων, ανεβασμένη σε μια στέγη η Μελίνα-γάτα ερωτεύεται το αγόρι με το πτερύγιο.

Η Μελίνα-γάτα ονομάζεται Μελίνα Γκοντάρ: είναι αθόρυβη και απότομη, σηκώνεται η τρίχα της μπροστά σε όσα τη φοβίζουν. Η Ζορζέτ Ποτεπιά, που ήδη ανέφερα, είναι η τρομερά συμπαθής και ονειρική φιγούρα που ζει σε ένα ατελιέ γεμάτο περίεργα αντικείμενα που χρησιμοποιεί για την τέχνη της. Μαζί της διδάσκουν ο Μιγκέλ Κοβαρούμπιας, η Έλα Μέρικ, η Ερμιόνη Λούξεμπουργκ και άλλοι. Υπεύθυνος για τη βιβλιοθήκη είναι ο Όμηρος Σουίφτ, ενώ ανιχνευτής αλλόκοτων παιδιών ο Δαρείος Μεγάβαζος. Θα μιλήσεις εσύ για τη διπλή Πέτρα-Λουίζα και τα άλλα εξαιρετικά παιχνιδίσματα των ονομάτων; Συμφωνήσαμε όλες στη συζήτηση της λέσχης πως η ονοματοποιία είναι από τα πιο πετυχημένα και απολαυστικά σημεία της σειράς, μας έβαλε σε ένα παιχνίδι δημιουργίας και ανακάλυψης. Ταυτόχρονα, η Μαρία, που συμμετείχε στη λέσχη, επισήμανε κάτι πολύ σπουδαίο: σε αυτό το βιβλίο, που τα ονόματα είναι τόσο σημαντικά, η συνάντηση του κεντρικού ήρωα με το πλάσμα του νερού που το φέρνει κοντά στον πραγματικό του εαυτό είναι ανώνυμη. Τόσο ποιητική:

«Φίλοι» είπε σιωπηλά το δελφίνι.
«Πώς σε λένε;»
«Δεν έχουμε ονόματα. Είμαι εγώ».

Αυτή η λιτή ποιητικότητα δε φεύγει ποτέ. Νομίζω εσύ είπες πως το βιβλίο μοιάζει με ακορντεόν: περιέχει πολλές ιστορίες αλλά χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Ανοίγει προς εκεί που εσύ θέλεις να το ανοίξεις, σε παρασέρνει αφήνοντάς σου χώρο να σκεφτείς και να συμπληρώσεις. Σε κάνει να νιώσεις δυνατά μέσα από μικρές στιγμές, λεπτομέρειες σοφά επιλεγμένες, σαν μικρές πολύτιμες φωτογραφίες-στιγμιότυπα. Τα μάτια μου βούρκωσαν σε μια ανύποπτη στιγμή? κοιτώντας ένα τραπέζι με αυγόφετες βανίλια. Ένα πιάτο που χωράει όλη τη σχέση ενός μπαμπά με τον γιο του.

Κλείνοντας, θέλω σύντομα να σχολιάσω κάτι ακόμα πολύ σημαντικό για μένα που καταφέρνει ο συγγραφέας, άλλον έναν τρόπο που έχει για να κλείνει το μάτι στην καλοσύνη λιτά και χωρίς διδακτισμό. Τα παιδιά που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο φοιτούν σε ένα σχολείο για παιδιά με αλλόκοτες ιδιότητες. Οι ιδιότητες αυτές –ενώ θα μπορούσαν– δεν παρουσιάζονται ως υπερδυνάμεις. Αντίθετα, είναι απλώς χαρακτηριστικά, κάποιες φορές ακόμα και ενοχλητικά. Είναι ο τρόπος τους να υπάρχουν: δεν κάνουν τα παιδιά αυτά ιδιαίτερα ή χαρισματικά. Το ζητούμενο δεν είναι να ενισχύσουν το χάρισμά τους, να το μετατρέψουν σε δύναμη, να μείνουν για πάντα στο φυτώριο-οικοτροφείο μακριά από τον κόσμο, αλλά να ισορροπήσουν, να βρουν τη γαλήνη και την ευτυχία. Τα παιδιά μπορούν να ζήσουν μερικά χρόνια στο Καταφύγιο για να νιώσουν ασφάλεια και να αποδεχτούν τον εαυτό τους, να κάνουν πλάκα, να δουν τι σημαίνει για αυτά να έχουν μικρά κερατάκια, κεραίες ή τη δυνατότητα να κρεμιούνται ανάποδα στο ταβάνι. Αυτή η επιδίωξη της ηρεμίας και της ουσιαστικής αποδοχής, που δε σε θέλει παιδί με ειδικές ικανότητες, αλλά απλά παιδί που προκαλεί σεισμούς με το κλάμα του, με συγκίνησε πραγματικά. 

Σταματάω εδώ, νιώθω πως έχουμε τόσα να λέμε για αυτό το αλλόκοτο πλαίσιο… 

Η Μαρία στη Νίκη: 

Δεν είναι μόνον το πραγματικό πανηγύρι με τα ονόματα που με ενθουσιάζει. Είναι και όλη αυτή η ελεύθερη χρήση κάποιων πολύ γνωστών (στους ενήλικες) και έντονα στιγματισμένων ονομάτων, που έρχεται ο Παναγιωτάκης και τα πιάνει άφοβα και τα χρησιμοποιεί με ελευθερία και θάρρος. Ανέφερες ήδη το «Γκοντάρ», κι ακόμα το «Μήδεια», ενώ αλλού θα δούμε και το «Χίμλερ», το «Αττίλας» και τόσα άλλα. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα αλλόκοτα βιβλία του Παναγιωτάκη μού θυμίζουν ηλεκτρική σκούπα που δεν αφήνει τίποτα στη θέση του, όλα τα μετακινεί και τα ξεσκονίζει και τα φέρνει στα μέτρα της αφήγησης. Από την άποψη αυτή, τα δυο βιβλία που συζητήσαμε αλλά και τα τέσσερα βιβλία της σειράς, που μακάρι να γίνουν δεκατέσσερα, είναι και μια καλή ώθηση να αφήσουμε τη δημιουργική φαντασία να αποχαλινωθεί μέσα από τη γλώσσα. Να μάθουμε σαν αναγνώστριες/ες τη δημιουργική αποχαλίνωση – χρειάζεται και αυτό. Διάσημοι μελετητές της γλώσσας μας έχουν μιλήσει σε άλλα συμφραζόμενα για «ξεφάντωση» – πού είναι λοιπόν η λογοτεχνική ξεφάντωση στην εποχή μας; Ίσως εδώ μπορούμε να πάρουμε μια πρώτη ιδέα. Να κάτι που θα έκανε πολύ καλό σε μεγάλους και παιδιά. Ο Παναγιωτάκης διαθέτει χιούμορ αλλά και απλότητα και άνεση. Λυπάμαι που θα το πω, αλλά το σκέφτηκα συχνά διαβάζοντας, και οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς: σαν να μην είναι Έλληνας. Έχει αυτή την άνεση να ανατρέπει τα ιερά και τα όσια με τρόπο μάγκικο και όχι βαρύγδουπο. Χωρίς ιδεολογικές φανφάρες και μελοδραματικές κατασκευές.

 

Άλλωστε, και ο τόπος που διαδραματίζεται η πλοκή παραπέμπει μάλλον σε μια χώρα που θυμίζει τις ΗΠΑ – όλα αυτά τα κρίνω απολύτως αποδεκτά στη σημερινή ιδίως εποχή. Όχι ότι θα με χαλούσε να είχα ένα τέτοιο βιβλίο στα χέρια μου όταν ήμουν εγώ μικρή. Αλλά τον Παναγιωτάκη τον υπεραγάπησε, καθόλου τυχαία, η μικρή μου κόρη, που μεγάλωσε στη σκιά του Χάρυ Πότερ.

Κάτι άλλο που ευχαριστήθηκα –απόλαυσα πραγματικά την ανάγνωση, δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσω τη μια ή την άλλη δουλειά και να πιάσω τα βιβλία στα χέρια μου– είναι αυτή η ικανότητα να πραγματεύεται και δύσκολα και σκληρά πράγματα με γλυκύτητα, χιούμορ, ελαφράδα και ευγένεια. Αυτό θέλουμε από την καλή λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους: ούτε να κλείνει τα μάτια μπροστά στα ζόρια ούτε να είναι κρυπτοσαδιστική. Να παραδέχεται και να παρηγορεί. Κι αυτό σπάνια το πετυχαίνουν οι συγγραφείς που γράφουν στα ελληνικά, λυπάμαι και πάλι που χρειάζεται να το επισημάνω.

Ο Παναγιωτάκης βάζει τις ηρωίδες και τους ήρωές του να βιώσουν πολύ σκοτεινές πλευρές. Νομίζω ότι αυτό τον χαρακτηρίζει σαν συγγραφέα, αν θυμηθούμε π.χ. την Αλάστρα, ένα βιβλίο που στο σπίτι το αγαπήσαμε επίσης πολύ (η μικρή, πάντα). Διαθέτει μια καλή ισορροπία στη διαχείριση του σκοτεινού. Λέει μόνον όσα χρειάζονται, και δε χρειάζονται πολλά, για να καταλάβει η αναγνώστρια ότι τα πράγματα ή οι καταστάσεις είναι δύσκολες. Ένα παιδί που έχασε στον πόλεμο την οικογένειά της και ζει με ανθρώπους που δεν της φέρονται καλά. Ένα άλλο παιδί που μοιάζει τέρας στα μάτια των άλλων και υφίσταται βία και εκφοβισμό. Παράδοση των παιδιών στο άγνωστο, στη νύχτα, σε διαδρομές χωρίς να διακρίνεται εκ πρώτης όψεως ένα δίχτυ ασφαλείας. Αλλά ο συγγραφέας μας δε βυθομετρά τη θλίψη. Δε χάνει χρόνο στην περιγραφή συναισθημάτων. Ξετυλίγει με ταχύτητα τη δράση και αφήνει τη «θλιβερή» πληροφορία να λειτουργεί στο φόντο. Στο μεταξύ, όμως, το σασπένς παίρνει φωτιά και το χιούμορ καρυκεύει τα δύσκολα.

Δεν έχουν καταπληκτική ροή τα αλλόκοτα αυτά βιβλία; Ίσως η σωστή λέξη είναι «ορμή». Είναι βιβλία εκρηκτικά, γεμάτα ανατροπές, δεν «κυλάνε» απλώς, αλλά τρέχουν. Και σε παρασέρνουν.

Επίσης είναι βιβλία για την οικογένεια και για την παρέα: μπορώ κάλλιστα να φανταστώ ανθρώπους να μιμούνται πρόσωπα και καταστάσεις, να κάνουν αστεία κτλ. Θυμάμαι ότι επί χρόνια στις παρέες των κοριτσιών μου τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, έπαιρναν ρόλους πρωταγωνιστών του Χάρυ Πότερ και δήλωναν σε ποια από τις ομάδες του σχολείου Χόγκουαρτς θεωρούσαν ότι ανήκαν. Νομίζω ότι και με αφορμή αυτά τα βιβλία θα μπορούσαν να συμβούν ανάλογα πράγματα. Δημιουργούν ταυτίσεις, αντιπαλότητες, ήρωες και μικρές περιπέτειες που κάλλιστα μπορούν να αντιγραφούν από παρέες και ομάδες. Και, όπως πολύ σωστά λες, υπάρχει και ο έρωτας, στα κεραμίδια και στο ακρογιάλι. 

Έχω δε πιάσει τον εαυτό μου να σκέφτεται τα τρία πρώτα βιβλία ως ένα. Και το τέταρτο ως το πρώτο μέρος ενός δεύτερου τόμου. 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 14/06/2024 00:05:07