Κατηγορίες

Πόσοι χωράνε σε μια κιβωτό, σαν να λέμε πόσοι χωράνε στον κόσμο

Πόσοι χωράνε σε μια κιβωτό, σαν να λέμε πόσοι χωράνε στον κόσμο

Γράφει η Άρτεμις Μάνου

Στην Κιβωτό στις οκτώ! Διαβάζοντας τον τίτλο, αναρωτιέσαι σε ποιους απευθύνεται. Σε όσους πιστεύουν ή σε όσους δεν; Απαντώ, αφού έχω διαβάσει το βιβλίο: και στους δύο. Γιατί η κιβωτός τούς χωράει όλους. Ας δούμε γιατί.

Το βιβλίο είναι απολαυστικό, αστείο, άριστα σκηνοθετημένο γύρω από την ιδέα της «διασκευής» της βιβλικής αφήγησης του κατακλυσμού του Νώε. Μια επαναδιήγηση της ιστορίας που αναρωτιέται χωρίς να προσβάλλει, αφήνοντας ελεύθερο τον αναγνώστη να απαντήσει όταν και όπως θέλει. 

Αναλυτικά. Τρεις πιγκουίνοι (δύο μεγάλοι, ένας μικρός) καβγαδίζουν και κλοτσάνε ο ένας τον άλλο, όπως κάνουν πάντα οι πιγκουίνοι μέσα σε έναν βαρετό παγετώνα. Απλά καθημερινά πράγματα. Η αφορμή για τα μεγάλα δίνεται από τη στιγμή που ο μικρός πιγκουίνος τολμά να εκφράσει την επιθυμία του να λιώσει μία πεταλούδα. Μα δεν πρέπει να τη σκοτώσει, όπως του λένε οι άλλοι δύο: «ου φονεύσεις» λέει ο Θεός. Και το ταξίδι στην αναζήτηση, στην πίστη, στην ερμηνεία του Θεού, μαζί με ερωτηματικά για τη μετά θάνατον ζωή, τη θεία δικαιοσύνη και τη θεία τιμωρία αρχίζει. 

Ο Θεός είναι αόρατος;
Κι αν είναι αόρατος, πώς ξέρουμε ότι υπάρχει στ’ αλήθεια;
Η πεταλούδα θα πάει στον Παράδεισο;
Ο Θεός ξεχνάει; (Ο Θεός έχει μνήμη ελέφαντα.) 

Λίγο αργότερα θα ξεκινήσει ο κατακλυσμός και η περιστέρα, το θηλυκό περιστέρι, η μικρή για όλες τις δουλειές, φτάνει αργοπορημένη για να καλέσει τους δύο πιγκουίνους στην κιβωτό στις οκτώ, γιατί ο κατακλυσμός θα καταστρέψει τον κόσμο σύμφωνα με τη βούληση Του και για να μπορέσει να ξαναφτιαχτεί, πρέπει να σωθεί ένα ζευγάρι από κάθε είδος, δύο άτομα, ένα θηλυκό κι ένα αρσενικό. Αυτός ο κανόνας των δύο θα περιπλέξει τα πράγματα και θα γίνει το όχημα για την εξέλιξη μιας ξεκαρδιστικής όσο και αποκαλυπτικής ιστορίας. Γιατί αυτοί οι πιγκουίνοι είναι τρεις

Μέσα από την αγωνία και τον προβληματισμό των δύο παρακολουθούμε τη δύναμη της φιλίας, αφού οι δυο τους δεν μπορούν με τίποτα να αφήσουν τον τρίτο να πνιγεί. Με τρόπο ανεπαίσθητο και χωρίς πουθενά να είναι σαφής η πρόθεση, βλέπουμε στην πράξη την παραβίαση του κανόνα της δυαδικότητας που θέλει όλα τα πράγματα να είναι δύο, αρσενικό και θηλυκό, μαύρο και άσπρο (καλό και κακό ίσως;). Κάπου ανάμεσα στα δύο ο συγγραφέας βρίσκει χώρο να υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι άλλα. 

Δεν έπρεπε να πούμε ψέματα. Έπρεπε να πούμε στο περιστέρι ότι είμαστε τρεις φίλοι, αχώριστοι, που πάνε παντού τρεις τρεις! Οι πιγκουίνοι είναι πάντα τριάδες, κι αν αυτό δεν αρέσει στον καλό θεό, ας πρόσεχε! Α, μα πια! 

Έτσι, οι δύο πιγκουίνοι αδιαφορώντας για τις απαγορεύσεις, βρίσκουν χώρο να βάλουν μέσα σε μια τεράστια βαλίτσα που κουβαλάνε μαζί τους στο ραντεβού στις οκτώ στριμωγμένο, αναίσθητο, και ανίδεο τον τρίτο πιγκουίνο της παρέας. Ο έλεγχος της εισόδου στην κιβωτό είναι αυστηρός, δεν επιτρέπονται αποσκευές και την ώρα που η περιστέρα είναι έτοιμη να ανοίξει τη βαλίτσα, έρχεται ως από μηχανής θεός ο… Θεός φέρνοντας επιτέλους τον κατακλυσμό! Όλα ξεχνιούνται. Το ταξίδι αρχίζει μέσα σε μία κιβωτό που οι κροταλίες παίζουν χαρτιά, φαγητά και ποτά επιτρέπονται μόνο αν αγοράζονται από την καντίνα της κιβωτού, οι αντιλόπες αρνούνται να κοιμηθούν δίπλα στα λιοντάρια, οι πιγκουίνοι αναρωτιούνται πότε θα ανοίξει ο μπουφές και η περιστέρα τρέχει από δω κι από κει εξαντλημένη και οργισμένη προσπαθώντας να λύσει όποιο πρόβλημα προκύψει. Μόνο που πάντα κάτι ξεχνάει... «Μα τι;» αναρωτιέται συχνά αυξάνοντας τη δραματική ένταση και δημιουργώντας προσδοκίες… 

Το απολαυστικό επεισόδιο είναι τότε που ο τρίτος πιγκουίνος συνέρχεται, μαθαίνει την αλήθεια για τον κατακλυσμό και πιάνει το νήμα της υπαρξιακής και θεολογικής αναζήτησης από εκεί που το είχαν αφήσει. 

Δηλαδή ο θεός υπάρχει;
Μας το απέδειξε και με το παραπάνω με τον κατακλυσμό του.
Δηλαδή ο Θεός αφήνει τα υπόλοιπα ζώα να πνιγούν; 

Ο Θεός δε γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις, λέει, αλλά γίνεται μέσα από τα έργα του. Τώρα με έναν κατακλυσμό, στο τέλος με ένα ουράνιο τόξο. Και στο σημείο αυτό προσεγγίζεται με τον ίδιο χιουμοριστικό και εντελώς αρχετυπικό τρόπο η ανθρώπινη ενοχή, το αίσθημα της ύβρεως

– Εγώ φταίω για όλα! Είπα ότι ο Θεός δεν υπάρχει κι ο Θεός τσαντίστηκε και έστειλε τον κατακλυσμό.
– Μα δε σε άκουσε, βρε παιδάκι μου. 
Με άκουσε. [...] Πάντα έκανα τον σπουδαίο και σαν να μην έφτανε αυτό, έλιωσα μια πεταλούδα!
– Οχ, καημένε, τι πας και θυμάσαι... Το ξεχάσαμε πια αυτό.
– Εσείς το ξεχάσατε, αλλά ο θεός το θυμάται! Έχει μνήμη ελέφαντα! 

Και σε λίγο ο μικρός πιγκουίνος εντελώς «ανθρώπινα» δεν αντέχει άλλο την ενοχή και την αδικία της θεϊκής απόφασης και σε μια βιβλικής σύλληψης ξεκαρδιστική στιγμή κοιτάζει προς τον ουρανό και φωνάζει: 

Σε πιστεύω, Κύριε! Σε πιστεύω! Σε πιστεύω! Μην τιμωρείς τους άλλους! Ένας μικροπιγκουίνος σε πρόσβαλε και εκδικείσαι όλο τον κόσμο; Δικαιοσύνη το λες αυτό; Είμαι έξαλλος μαζί σου! Τα έχω πάρει στο κρανίο! Μ’ ακούς; Ε, μ’ ακούς; 

Το αστείο δεν έχει τέλος με τους πιγκουίνους να μπαινοβγαίνουν πότε ο ένας και πότε ο άλλος στη βαλίτσα, όποιος προλάβει, κάθε φορά που οι φωνές τους φέρνουν στο αμπάρι την περιστέρα για να επιβάλλει την τάξη και πρέπει να δει μόνο δύο! Έτσι ο πιγκουίνος που βλέπει είναι άλλοτε πιο μικρός, άλλοτε πιο μεγάλος και αυτή η «ελαστικότητά» του την ωθεί να ανοίξει τη βαλίτσα. Στο σημείο αυτό διαδραματίζεται ένα σπαρταριστό επεισόδιο, όπου στην ερώτηση του περιστεριού «τι κρύβετε μέσα στη βαλίτσα;» ο μικρός πιγκουίνος προκειμένου να αποτρέψει το άνοιγμά της απαντά μέσα από αυτήν: «Τον Θεό!». Η συνομιλία του περιστεριού με τον Θεό είναι ξεκαρδιστική και θίγονται με τον πιο απολαυστικό τρόπο τα ζητήματα της πίστης, της ελευθερίας της πίστης και της επιλογής και του θεϊκού λάθους. Ο Θεός δε δίνει αποδείξεις ότι υπάρχει, ο Θεός τιμωρεί, ο Θεός είναι πανταχού παρών, τα βλέπει και τα ξέρει όλα και άλλες τέτοιες δογματικές στερεοτυπίες χρησιμοποιεί ο πιγκουίνος-θεός προκειμένου να πείσει το περιστέρι. Και προσθέτει και μία δική του αλήθεια: ο θεός αναγνωρίζει τα λάθη του, ναι, ναι, θεωρεί ότι ο κατακλυσμός ήταν ένα λάθος. Και μία ακόμα: ο θεός θέλει να αφήσει ελεύθερους τους ανθρώπους να πιστέψουν σε αυτόν μόνο αν θέλουν! Μέχρι εδώ όλα καλά, η περιστέρα συγκινημένη από τη συνομιλία με τον Θεό, οι πιγκουίνοι ψύχραιμοι, η βαλίτσα κλειστή. Μόνο που για κακή τους τύχη ο μικρός πιγκουίνος-θεός πεινάει πολύ και τολμά να ζητήσει μια τυρόπιτα! Η ανακάλυψη του ψέματος, της απάτης των πιγκουίνων δεν αποτρέπεται τελικά και η τιμωρία-κατσάδα βρίσκεται προ των πυλών. Μα να που ο από μηχανής θεός Θεός έρχεται και πάλι να τους σώσει: ο κατακλυσμός σταματά! 

Την ώρα που τα ζευγάρια των ζώων βγαίνουν από την κιβωτό, η τελευταία πράξη του δράματος διευρύνει ακόμα περισσότερο τον φιλοσοφικό ορίζοντα του βιβλίου: Η περιστέρα, όταν πρέπει να βγει με το ζευγάρι της, θυμάται ξαφνικά τι ξεχνούσε όλον αυτό τον καιρό: το αρσενικό περιστέρι! Μπήκε μόνη της και τώρα πώς θα αναπαραχθεί το είδος; Και κυρίως πώς θα τη γλιτώσει από τον Νώε και τον Θεό; Έτσι, ο μικρός πιγκουίνος μασκαρεύεται νύφη-περιστέρι με ένα άσπρο πέπλο, η περιστέρα φοράει φράκο γαμπρού και γίνονται ένα ζευγάρι περιστεριών, που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε μέσα στην κιβωτό! Κι αν η νύφη είναι πιο ψηλή από τον γαμπρό είναι φυσικό, αφού το θηλυκό περιστέρι περνάει πάντα ένα κεφάλι το αρσενικό. Μόνο που το θέατρο γίνεται αλήθεια και ο μικρός πιγκουίνος ερωτεύεται πραγματικά την περιστέρα και γίνονται όντως ζευγάρι. Ενώνοντας δύο διαφορετικά είδη και αντιστρέφοντας τα γένη, ο συγγραφέας επισφραγίζει αυτό που είχε υπαινιχθεί στην αρχή: την ελευθερία της επιλογής, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, τη συμπερίληψη (σε μία βιβλική κιβωτό!) 

Καμιά φορά αναρωτιούνται μήπως παραείναι αλλόκοτο ζευγάρι. Δεν είναι οι μόνοι που έχουν τις αμφιβολίες τους: οι κροταλίες ισχυρίζονται ότι ο Θεός δεν έπρεπε να δεχτεί έναν γάμο σαν κι αυτόν. Αλλά το περιστέρι και ο πιγκουίνος δεν πολυνοιάζονται: έχουν βρει την αγάπη και τον έρωτα. 

Η εικονογράφηση πηγαίνει χεράκι χεράκι με το ύφος του κειμένου (έχει βραβευθεί). Μια κιβωτός-συνοικία, οι σκέψεις μουτζούρες μπουρδουκλωμένες πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων χαμένων μέσα στο χάος της ύπαρξης και το μετανιωμένο περιστέρι μόνο του με τον θεό-βαλίτσα, μερικά παραδείγματα. Η μετάφραση της Σώτης Τριανταφύλλου τονίζει τη θεατρικότητα του κειμένου αλλά και το χιούμορ του. 

Είναι μια ανάλαφρη, μεταφυσική, φιλοσοφική, θεολογική κωμωδία που χωρίς κατήχηση αλλά και χωρίς προσβολή διαβάζεται απνευστί αφήνοντας ενδιάμεσα ανάσες ελεύθερης σκέψης. Χωρίς σιγουριές. Χωρίς δόγματα. 

Ο μικρός πιγκουίνος κοκκινίζει και κλοτσάει τους άλλους δύο. Όταν ένας πιγκουίνος κλοτσάει έναν άλλο πιγκουίνο, αρχίζει, όπως είπαμε, η κλοτσοπατινάδα.

– Παίδες, αν αρχίσουμε να τσακωνόμαστε, θα γίνει κι άλλος κατακλυσμός, λέει ο πρώτος πιγκουίνος.
– Μπα, όχι… απαντάει ο άλλος. Ο Θεός ορκίστηκε ότι δε θα το ξανακάνει.
– Ίσως ο Θεός να μην υπάρχει, λέει ο μασκαρεμένος πιγκουίνος. Ίσως απλώς να σημειώθηκαν ακραία καιρικά φαινόμενα. Όλως τυχαίως!
– Αν δεν υπάρχει, γιατί μιλάμε γι’ αυτόν; ρωτάνε οι δύο άλλοι.
– Για να μη νιώθουμε μόνοι. 

Είναι ζεστό, πυκνό, χαμηλόφωνο και «ευγενικό» βιβλίο που κλείνει το μάτι σε όσους αναρωτιούνται, επιβεβαιώνει όσους είναι σίγουροι και τους ανακουφίζει όλους, αφού, τελικά, μιλά για την αγάπη. Για τα παιδιά, τώρα, είναι μια τρομερά καλή, αστεία ιστορία, που, έτσι όπως κάνουν οι καλές, αστείες ιστορίες, θα φυτέψει έναν σπόρο. 

Και κλείνοντας, να πω πως, εκεί προς το τέλος, μαθαίνουμε από τον Νώε ότι οι πιγκουίνοι δε χρειάζονταν διάσωση στην κιβωτό, γιατί απλά ξέρουν να κολυμπάνε! Και όλη αυτή η περιπέτεια ήτανε αχρείαστη!

Κι ο συγγραφέας-θεός γελάει μαζί μας… 

Δίδαγμα 

– Είσαι παλιοπιγκουίνος.
– Ε, και; Έτσι ήμουν πάντα. Δεν μπορώ να αλλάξω. Εξάλλου δε φταίω εγώ! Έτσι μ’ έκανε ο Θεός.

Η Άρτεμις Μάνου είναι φιλόλογος και θεατροπαιδαγωγός.

 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 29/05/2024 08:25:41