Κατηγορίες

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γράφει για το «Ένα ποτήρι οργή» του Raduan Nassar

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γράφει για το «Ένα ποτήρι οργή» του Raduan Nassar

Οι Εκδόσεις Πατάκη σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Βραζιλίας στην Αθήνα και το Ινστιτούτο Guimaraes Rosa διοργάνωσαν την 31η Οκτωβρίου 2023 στο Βιβλιοπωλείο Πατάκη μια εκδήλωση αφιερωμένη στον συγγραφέα Raduan Nassar με την ευκαιρία της έκδοσης στα ελληνικά του έργου του «Ένα ποτήρι οργή». 
Διαβάστε την παρουσίαση του έργου του Raduan Nassar από τον συγγραφέα Θεόδωρο Γρηγοριάδη, που έγινε στo πλαίσιo της εκδήλωσης και δημοσιεύτηκε στο www.epoxi.gr.

Το μυθιστόρημα Ένα ποτήρι οργή κυκλοφορεί στα ελληνικά σαράντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία στη Βραζιλία όπου ήδη θεωρείται ένα σύγχρονο κλασικό κείμενο. Ο συγγραφέας του, αν και αποσύρθηκε από τη συγγραφή, απολαμβάνει ακόμη μεγάλης εκτίμησης όχι μόνο στη χώρα του, αλλά και σε όσες άλλες έχει μεταφραστεί. Πρόκειται για ένα σύντομο, πυκνό, βίαιο βιβλίο γεμάτο ενέργεια και σαδομαζοχιστικό ερωτισμό. 

 

Η πλοκή είναι ελάχιστη. Σε ένα κτήμα στην επαρχία της Βραζιλίας, ζει απομονωμένος ένας μεσήλικας καλλιεργητής μαζί τον σκύλο του και ένα ζευγάρι ντόπιων βοηθών. Ένα πρωινό καταφτάνει μια νεαρή φίλη του από την πόλη, παίρνουν πρωινό και κάνουν έρωτα. Η ερωτική τους συνεύρεση είναι μια μάχη κυριαρχίας και υποταγής τόσο σε σωματικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο. Αυτός είναι ένας εμμονικός φαλλοκράτης που περιγράφει τον οργασμό του σαν μια γεωμετρία πάθους, σαν μια τελετουργία που την καθοδηγεί ο ίδιος, θεός του έρωτα και της χυδαιολογίας. 

Ποιο όμως στοιχείο πυροδοτεί μια τέτοια έκρηξη και οργή; Φαινομενικά είναι μια τρύπα στον φράχτη που κάνουν τα μυρμήγκια κι αυτός την εντοπίζει την ώρα του πρωινού. Ρίχνει δηλητήριο, πατάει με δύναμη το έδαφος, προσπαθεί να συνθλίψει τα έντομα. Εκείνη τον κατηγορεί ότι νοιάζεται περισσότερο για τα ζώα και τα φυτά. Αυτός πάλι αισθάνεται ότι τα μυρμήγκια έχουν κατακλύσει το σώμα του, έχουν περάσει μέσα στο σώμα του απ’ όποια σωματική δίοδο βρήκαν ανοιχτή. 

Λίγο πριν εκείνη μπει στο αυτοκίνητο για να φύγει, ξεσπάει ο μεγάλος καβγάς. Άραγε είναι μια συσσωρευμένη οργή ή μήπως ένα επαναλαμβανόμενο παιχνίδι; Εκείνη τον κατηγορεί ότι μεταμορφώνεται σε φασίστα, τον προκαλεί με κυνισμό απαξιώνοντας τον ανδρισμό του. Αυτός φοβάται ότι τον ευνουχίζει η πεισματική της εμμονή, οι αλληλοκατηγορίες όμως τους ερεθίζουν. Εκείνη μια μικροαστή μαρξίστρια, αυτός ένας αποτραβηγμένος σκεπτικιστής που διάλεξε την εξορία. Την κατηγορεί ότι υποστηρίζει έναν εξουσιαζόμενο λαό σαν τραβεστί, επιρρεπή στον λαϊκισμό και στον δογματισμό και εδώ μπορούμε να αναλογιστούμε το πολιτικό πλαίσιο που γράφτηκε το κείμενο: τη χούντα στη Βραζιλία στα τέλη της δεκαετίας του ’70. 

Η κοπέλα, συνεχίζοντας, αμφισβητεί τη δήθεν εξορία του που δεν είναι καν για οικολογικούς λόγους, αλλά κρύβει μια έπαρση και ανθρωποφοβία, έναν φόβο απέναντι στη γυναίκα που είναι η ίδια, τον αποκαλεί φασίστα, «το αγοράκι μας», συνεχίζει κοροϊδεύοντάς τον «αδελφή». Τον χτυπάει όπου πονάει, εκείνος της επιστρέφει τον τραβεστισμό της ιδεολογίας της, «ολόιδια η κυβέρνηση, ο καταπιεστής που εκείνη ακούραστα πολεμούσε». 

Άραγε στο βιβλίο αυτό αντικατοπτρίζεται και η στάση που κράτησε ο συγγραφέας Ραντουάν Νασσάρ στη ζωή του; Γιατί μετά την έκδοσή του το 1978 –ήταν το δεύτερο βιβλίο του– σταμάτησε να γράφει και το 1984 αποτραβήχτηκε σε μια μεγάλη φάρμα. Τριάντα χρόνια μετά, δώρισε τη γη του στο Πανεπιστήμιο του Σάο Κάρλος, με την προϋπόθεση ότι θα χτίσουν μια επιπλέον πανεπιστημιούπολη για να παρέχουν καλύτερη πρόσβαση σ’ αυτή για τους ανθρώπους των αγροτικών κοινοτήτων.

Το ενδιαφέρον του Νασσάρ για τη γεωργία ανάγεται στην παιδική του ηλικία. Οι χριστιανοί γονείς του μετανάστευσαν από τον Λίβανο στη Βραζιλία τη δεκαετία του ’20 και εγκαταστάθηκαν στο Pindorama, μια μικρή αγροτική πόλη στην πολιτεία του Σάο Πάολο. Όταν ο Νασσάρ ήταν δεκαέξι χρονών, μετακόμισε στο Σάο Πάολο, την πρωτεύουσα, όπου σπούδασε γλώσσα και νομικά και συνέχισε με φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο. 

Πάντως, ως συγγραφέας, ο Νασσάρ –σήμερα 87 ετών– κράτησε τον λόγο του και δεν ξανάγραψε. Ωστόσο άφησε αυτό το οργισμένο, μοντερνιστικό έργο πάνω στην αντιπαλότητα των δύο φύλων και των κοινωνικών ανισοτήτων. Και όπως είπε ο ίδιος σε μια συνέντευξη: «Νομίζω ότι μία από τις προϋποθέσεις της υποτιθέμενης ελευθερίας μας είναι να έχουμε φιλικές σχέσεις με τον διάβολο. Δεν μπορούσα να φανταστώ να τον αφήσω έξω όταν έγραφα».

 

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι Παγγαίου Καβάλας το 1956. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήµιο της Θεσσαλονίκης, δίδαξε στη δηµόσια εκπαίδευση και συνεργάστηκε µε τη Δηµόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών διοργανώνοντας λογοτεχνικά σεµινάρια. Έχει γράψει έντεκα µυθιστορήµατα, τέσσερις συλλογές διηγηµάτων, µία νουβέλα, ένα αφήγηµα και έναν σκηνικό µονόλογο. Το µυθιστόρηµα Ζωή µεθόρια τιµήθηκε µε το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Μυθιστορήµατος 2016. Το τραγούδι του πατέρα βραβεύτηκε µε το Βραβείο «Νίκος Θέµελης» 2019 του περιοδικού Ο αναγνώστης. Το µυθιστόρηµα Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές µεταφράστηκε στα αραβικά (2017) και η συλλογή διηγηµάτων Γιατί πρόδωσα την πατρίδα µου στα δανέζικα (2021). Το Παρτάλι, η Δεύτερη γέννα και ο Ξεχασµένος άγγελος των Φιλίππων παρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών και στο Φεστιβάλ Φιλίππων αντίστοιχα. Στο Κανάλι της Βουλής επιµελήθηκε τη σειρά ντοκιµαντέρ για το βιβλίο «Ο λόγος της γραφής». Την τελευταία τριετία συνεργάστηκε µε το Athens American Center της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα σε µια σειρά σεµιναρίων µε θέµα την αµερικανική λογοτεχνία. Είναι µέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. © Copyright φωτογραφίας: Michalis Anastasiou

 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 24/02/2024 01:30:07